Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2007

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟ 1940

Φώτο:
Έλληνες στρατιώτες κάνουν έφοδο
στα βουνά της Πίνδου

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

Ούτε η συντριπτική υπεροχή του αντιπάλου, κυρίως σε οπλισμό, αεροπορία και μέσα μεταφοράς, ούτε οι αντίξοες καιρικές συνθήκες (βαρύς χειμώνας), ούτε το δύσβατο του εδάφους, ούτε οι φοβερές δυσχέρειες ανεφοδιασμού εμπόδισαν τον στρατό μας να αναλάβει γενική αντεπίθεση για την κατάληψη και απελευθέρωση της Β. Ηπείρου.

Στον Νότιο Τομέα, το Α’ Σώμα Στρατού κατέλαβε τους Άγιους Σαράντα, το Αργυρόκαστρο, τη Χειμάρρα και άνοιξε τον δρόμο για την προέλαση προς Αυλώνα.

Στον Κεντρικό Τομέα, το Β’ Σώμα Στρατού κατέλαβε την Πρεμετή και στο τέλος Δεκεμβρίου έφτασε 15 χιλιόμετρα ανατολικά από την Κλεισούρα, την οποία κατέλαβε αργότερα.

Στον Βόρειο Τομέα, το Τ.Σ.Δ.Μ. (Γ’ και Ε’ Σώμα Στρατού) κατέλαβε τον ορεινό όγκο Μόροβας – Ιβάν, το Πόγραδετς και εξασφάλισε από δυτικά το υψίπεδο της Κορυτσάς, την οποία κατέλαβε αργότερα.

Τα ελληνικά στρατεύματα κατάφεραν να προελάσουν, μέσα σε ενάμιση μήνα, στο έδαφος της Βορείου Ηπείρου από 30 έως 80 χιλιόμετρα, μέσω ορεινών δρομολογίων. Δεν χρησιμοποιούσαν τους πεδινούς χώρους γιατί δεν είχαν τεθωρακισμένα και οχήματα.

ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ

Ο σκληρός χειμώνας αναγκάζει τα ελληνικά στρατεύματα να ανακόψουν την προέλασή τους, η οποία είχε ως τελικό αντικειμενικό σκοπό την απόρριψη των Ιταλών στη θάλασσα. Ο Μουσολίνι, που γνωρίζει την επικείμενη επίθεση των Γερμανών κατά της Ελλάδας, για να εξευμενίσει τον Χίτλερ αποφασίζει την εξαπόλυση γενικής αντεπίθεσης στις 9 Μαρτίου 1941 με 10 μεραρχίες. Την αντεπίθεση παρακολουθεί ο ίδιος από το ύψωμα Καμάριτ (Γκλάβα). Όμως και αυτή τη φορά το ακατάβλητο θάρρος και το πνεύμα αυτοθυσίας των ελληνικών στρατευμάτων τον απογοητεύουν, γιατί δεν παραχωρούν ούτε μία σπιθαμή εδάφους. Η αντεπίθεση στις 25 Μαρτίου εκφυλίζεται και ο Μουσολίνι ταπεινωμένος φεύγει από τα Τίρανα για την Ιταλία με πρόθεση να την επαναλάβει. Η γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941 θα ματαιώσει τα σχέδιά του.

Στις 6 Απριλίου 1941 η μικρή Ελλάδα δεν θα διστάσει να πει και δεύτερο

ΟΧΙ

στην παντοδύναμη Γερμανία. Οι Γερμανοί θα περάσουν, όχι όμως από τα οχυρά της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Εκείνα θα μείνουν απόρθητα, για να αναγκάσουν τον γερμανικό στρατό να «παρουσιάσει όπλα» προς τιμήν των υπερασπιστών τους, όταν όλα έχουν τελειώσει.

Ο δραματικός επίλογος αυτού του πολυαίμακτου για την Ελλάδα πολέμου, που σημαδεύει και το μεγαλείο της θυσίας για τα σύμβολα της πατρίδας και για τις ανθρώπινες αξίες, θα γραφεί στις 27 Απριλίου 1941 στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης.

Κοντά στο μεσημέρι αυτής της ανοιξιάτικης ημέρας, ένα γερμανικό τμήμα θα φτάσει στην Ακρόπολη. Εκεί υπάρχει ο Έλληνας στρατιώτης, φρουρός της γαλανόλευκης που κυματίζει ακόμη ανέμελη στον αττικό ουρανό.

Αυτό που ακολούθησε, όταν κάποιος στρατιώτης Γερμανός τον πλησίασε, θα μας το πει με τον δικό του ποιητικό λόγο ο Γιάννης Γαλανός:

Του είπαν να κατεβάσει τη σημαία οι Γερμανοί, θα ύψωναν τη δική τους. Ήταν αυτός φρουρός εκείνη την ώρα. Διπλώθηκε με αυτή κι έπεσε στο βράχο. Κάτω της Ακρόπολης. Δεν την παρέδωσε. Ήταν Έλληνας αυτός, πώς να το κάνει.

Ένας στρατιώτης Έλληνας, ο Κωνσταντίνος Κουκίδης. Κι ήταν η ώρα του μεγάλου ΟΧΙ αυτή. Άξιος του γένους στάθηκε. Να τον θυμάστε.

(Γιάννης Γαλανός, από τη συλλογή «Φύλλα της ζωής». Εκδόσεις «Φαίδων» 1996).


ΠΗΓΗ: "Ιστορία Εικονογραφημένη", Τεύχος: 352, Οκτωβρίου 1997

Copyright by: Dilaz®

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ VIII ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟ '40

Φώτο:
Έλληνες στρατιώτες κάνουν έφοδο
στα βουνά στης Πίνδου

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ VIII ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ

Όταν από τα επίσημα αρχεία διαβάσεις την αποστολή που δόθηκε στη Μεραρχία και έχεις έστω και υποτυπώδεις γνώσεις τακτικής και στρατηγικής σου είναι αδύνατον να πιστέψεις ότι μια τέτοια «αποστολή» δόθηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, με υπογραφή του τότε αρχηγού Αλέξανδρου Παπάγου. Μέσα από τρία σχέδια επιχειρήσεων (τα ΙΒ’, ΙΒα και ΙΒβ) και τις προφορικές οδηγίες του αρχηγού ΓΕΣ προς τον διοικητή της Μεραρχίας που μετέφερε ο ταγματάρχης Γρίβας Γεώργιος με επιτελής του ΓΕΣ (πήγε αεροπορικώς στα Γιάννενα στις 24.8.1940), σταχυολογώ τις κύριες εντολές:

01. Την κάλυψη του αριστερού του θεάτρου της Δυτικής Μακεδονίας από της γενικής κατευθύνσεως Ιωάννινα – Ζυγός Μετσόβου.

02. Την απόφραξη των προς Αιτωλοακαρνανίαν εξ’ Ηπείρου αγουσώς οδεύσεων (κύρια προσπάθεια).

03. Την απαγόρευση κατά το δυνατόν της υπό του αντιπάλου καταλήψεως της ηπειρωτικής ακτής και του ελέγχου των στενών Κερκύρας – Ηγουμενίτσας. Στις αλλεπάλληλες διαταγές και οδηγίες του ΓΕΣ προς την Μεραρχία υπήρχαν και τα ακούλουθα:

… Η κυβέρνησις δεν αναμένει βεβαίως παρά της μεραρχίας νίκας… Αναμένει όμως εκ ταύτης να σώση την τιμήν των ελληνικών όπλων.

… Ο κίνδυνος εχθρικής απειλής από της περιοχής Πρεβέζης υφίσταται και δέον να εξασφαλίσετε… τα νώτα σας.

… Η Μεραρχία να μην υπολογίζη επί μεταφορών των μονάδων της δια ταχυκινήτων μέσων.

… Η απώλεια του εθνικού εδάφους δεν θα είχε τόση σημασία, όση θα είχε η αποκοπή δυνάμεων Ηπείρου και Δ. Μακεδονίας από των προς Θεσσαλία και Αιτωλοακαρνανία συγκοινωνιών.

Αυτά τα διαδοχικά σχέδια, διαταγές και οδηγίες, δημιουργούσαν τεράστιες ευθύνες στον διοικητή της μεραρχίας. Μόνο μια στρατηγική μονάδα (Σώμα Στρατού και άνω) θα μπορούσε να ανταποκριθεί σ’ αυτόν το διμέτωπο αγώνα από του όρους Γκαμήλα μέχρι του Ιονίου Πελάγους (Ηγουμενίτσα), βάθους 80 περίπου χιλιομέτρων, και από της Ηγουμενίτσας μέχρι και του Αμβρακικού Κόλπου, του ιδίου περίπου αναπτύγματος.

Ο υποστράτηγος Κατσιμήτρος πέρα από τις γνώσεις του (απόφοιτος της Ανωτέρας Σχολής Πολέμου), γνωρίζει άριστα τα προβλήματα της διοικήσεως ως διοικητής μονάδων και μεγάλων μονάδων. Έχει σπουδάσει την τακτική και τη στρατηγική στα πεδία των μαχών τεσσάρων πολέμων (τραυματίας στη Μ. Ασία). Κοσμείται δε με τα προσόντα ενός τέλειου ηγήτορα, προβληματίζεται αλλά δεν αιφνιδιάζεται. Τούτες τις καθοριστικές στιγμές της ζωής του ακούει το κάλεσμα της μοίρας και δεν υποτάσσεται στο ριζικό της. Είναι ο «εκλεκτός», και όχι ο «κλητός», ο ευθυνόφοβος, ο ηττοπαθής. Γνωρίζει άριστα τις συνθήκες τα χαρακτηριστικά του θεάτρου επιχειρήσεων Ηπείρου και το προσωπικό της Μεραρχίας, το σύνολο του οποίου είναι Ηπειρώτες. Είναι διοικητής της Μεραρχίας από το 1938. Έχει εκτιμήσει σωστά τις καταστροφικές συνέπειες σε περίπτωση επιβραδυντικού αγώνα και εγκατάλειψης της Ηπείρου.

Απέκλεισε κατηγορηματικά την αναδίπλωση της Μεραρχίας επί της γραμμής Ζυγός Μετσόβου – Άραχθος Ποταμός. Παίρνει εκείνος τις δικές του αποφάσεις.

«Η Μεραρχία έχει την απόφασιν να παρασύρη τον αντίπαλον επί της οργανωμένης κατά το μάλλον και ήττον τοποθεσίας της Ελαίας και αφού επιφέρει εις τούτον φθοράν, δια γενικής αντεπιθέσεως θα επιδιώξη να τον απορρίψη πέραν των συνόρων, αποκόπτουσα αυτόν από τας γραμμάς συγκοινωνιών και ανεφοδιασμού του».

Αυτά γράφει ο υποστράτηγος Χαρ. Κατσιμήτρος στη διαταγή του της 23ης Σεπτεμβρίου 1940. Νέες οδηγίες του Γενικού Επιτελείου Στρατού, οι οποίες συνεχίζουν να φωτογραφίζουν την έλλειψη αποφασιστικότητας και ένα βαθμό ηττοπάθειας, δεν κλονίζουν την απόφαση του διοικητή της VIII Μεραρχίας.

Ιταλική επίθεση: 28 Οκτωβρίου 1940

Κατά την επεξεργασία των πληροφοριών που έφτασαν στις 27 Οκτωβρίου 1940 (ημέρα Κυριακή) στο στρατηγείο της VIII Μεραρχίας από το άρτια οργανωμένο σχέδιο αναζήτησης και συλλογής πληροφοριών, ο διοικητής της Μεραρχίας με τους βασικούς επιτελείς του (επιτελάρχη Αν/χη Δρίβα Χαρ., αρχηγό Πυροβολικού Συντ/ρχη Μαυρογιάννη Π., Δ/ντη 3ου επειτελ. Γραφείου Ταγμ/ρχη Πετρουτσόπουλο Π.), κατέληξαν στο συμπέρασμα της εκδήλωσης ιταλικής επίθεσης την επομένη, 28 Οκτωβρίου 1940.

Ο Διοικητής της Μεραρχίας, σε τηλεφωνική του επικοινωνία με το ΓΕΣ (Αντ/ρχη Κορώζη) στις 27.10.1940 μεταβίβασε τα ακόλουθα:

«Αναφέρατε παρακαλώ εις τον κ. Αρχηγό του Γ.Ε.Σ. ότι η προσωπική μου γνώμη είναι ότι αύριον την πρωίαν, ίσως δε και κατά την διάρκεια την νυκτός 27 με 28 Οκτωβρίου, θα έχωμεν ιταλικήν επίθεσιν. Η Μεραρχία θα επιτελέση το καθήκον της προς την πατρίδα συμφώνως προς διαταγάς και οδηγίας του Γ.Ε.Ν.. Δύνομαι να βεβαιώσω υπευθύνως τον κ. Αρχηγό του Γ.Ε.Σ. και τονίζω τούτο ιδιαιτέρως ότι δεν θα περάσουν Ιταλοί από το Καλπάκι».

Αυτό το ιστορικό τηλεφώνημα επιβραβεύει την αυτοπεποίθηση και την γενναιότητα, ειδικά γνωρίσματα του Υποστράτηγου Χαράλαμπου Κατσιμήτρου.

«Δηλαδή έχουμε πόλεμο.»

Είναι γνωστή η πρέπει να είναι γνωστή η επίδοση τελεσιγράφου, από τον πρεσβευτή της Ιταλίας στην Αθήνα Γκράτσι, την 03:00 ώρα της 28ης Οκτωβρίου 1940 στον πρωθυπουργό της Ελλάδας Ιωάννη Μεταξά, με το οποίο η ιταλική κυβέρνηση ζητούσε να καταλάβει ο στρατός της ορισμένες στρατηγικές θέσεις στον ελληνικό χώρο, τις οποίες δεν προσδιόριζε.

Αν κοιτάξουμε ερευνητικά το κείμενο αυτού του ιταμού τελεσιγράφου, με την τρίωρη προθεσμία αποδοχής ή απόρριψης των όρων, θα διαπιστώσουμε ότι με οποιαδήποτε απάντηση οι Ιταλοί είχαν ήδη αποφασίσει την κήρυξη πολέμου κατά της Ελλάδας. Αυτό το επισήμανε ο Μεταξάς με την παρατήρηση που έκανε στον Ιταλό πρεσβευτή αμέσως μετά από την ανάγνωση του κειμένου. Του είπε ξεκάθαρα: «Δηλαδή έχουμε πόλεμο!»

Ο Μεταξάς χωρίς να συμβουλευθεί τον Βασιλιά Γεώργιο, είπε το ιστορικό

ΟΧΙ

στα αιτήματα των Ιταλών. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που ερχόταν σε πλήρη αρμονία με την θέληση του δοκιμασμένου από τη δικτατορία Ελληνικού λαού. Η οργή και η αγανάκτηση για τον τορπιλισμό της Έλλης είχε οδηγήσει σε καθολική εθνική ενότητα.

Η άρνηση του πρωθυπουργού να ποδεχτεί τις ιταλικές απαιτήσεις ήταν το αποτέλεσμα μιας ορθολογιστικής εκτίμησης των συμφερόντων της χώρας. Πρέπει να αποδεχθούμε χωρίς υστεροβουλίες ότι με αυτή την απόφαση αποφύγαμε ένα νέο διχασμό, πολύ χειρότερο από εκείνον της περιόδου 1916–1922, με την γνωστή τραγική του κατάληξη.

Εδώ ακριβώς γεννιέται το πελώριο ερώτημα: Οι ορθολογιστικές του Ιωάννη Μεταξά, που τον οδήγησαν στην απόφαση της αρνητικής απάντησης στις απαιτήσεις της Ιταλίας, ήταν ακριβώς όμοιες με εκείνες του Ελευθέριου Βενιζέλου για τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στην εποχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου; Γιατί λοιπόν πολεμήσαμε τον εθνάρχη τότε, με ξέσπασμα της διαμάχης τον εθνικό διχασμό; Είναι μάλλον βέβαιο ότι οι οδυνηρές εμπειρίες του από την περίοδο 1914–1922 είχαν επηρεάσει τους προσανατολισμούς του.

Με την κήρυξη της γενικής επιστράτευσης από τα σπίτια τους, από την εξορία (το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας ήταν εξορία στα νησιά), από τις φυλακές (ήταν ασφυκτικά γεμάτες από αντιφρονούντες), από το χωράφι, από το γραφείο, όλοι οι Έλληνες κρεμάστηκαν κυριολεκτικά σε κάθε μέσον συγκοινωνίας για να φτάσουν το συντομότερο στο μέτωπο.

Η μοίρα είχε διαλέξει τη Μεραρχία Ηπείρου (VIII Μεραρχία), μόνη από τις μεγάλες μονάδες, να υπερασπιστεί την τιμή και την εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας εναντίον εχθρού με ασύγκριτα περισσότερες δυνάμεις και με αντίθετες αποφάσεις ως προς την εκπλήρωση αυτής της αποστολής, μεταξύ του Γενικού Στρατηγείου (έδρα το ξενοδοχείο Μ. Βρετανία) στην Αθήνα και του διοικητή της Μεραρχίας, ο οποίος από την πρώτη ημέρα της έναρξης των επιχειρήσεων εγκατέστησε το στρατηγείο του στη θέση «Βρύση του Πασσά» (10 χιλιόμετρα νότια από το Καλπάκι).

Στις 05:30 της 28ης Οκτωβρίου τα ιταλικά στρατεύματα, μισή ώρα πριν από την εκπνοή του τελεσιγράφου, παραβίασαν την ελληνική μεθόριο στην περιοχή Πίνδου – Ηπείρου. Τα τμήματα προκάλυψης στον τομέα της Ηπείρου, μετά από διήμερο (28 – 29.10.1940) σκληρό επιβραδυντικό αγώνα, μπήκαν στην κύρια αμυντική τοποθεσία και εγκαταστάθηκαν σε προβλεπόμενες από το σχέδιο επιχειρήσεων θέσεις για την ανασυγκρότησή τους.

Κατά το διήμερο 28 – 29 Οκτωβρίου, στον τομέα της Πίνδου δημιουργήθηκε σοβαρή κατάσταση. Οι λίγες δυνάμεις του αποσπάσματος Πίνδου δεν μπόρεσαν ν’ αναχαιτίσουν τις ισχυρές δυνάμεις της Μεραρχίας «Τζούλια». Δημιουργήθηκε ρήγμα, κυρίως την κοιλάδα του Αώου (Κόνιτσα), το οποίο αποκάλυπτε το πλευρό των μονάδων του θεάτρου επιχειρήσεων Ηπείρου. Τα ιταλικά τμήματα έφθαναν ως τη Σαμαρίνα, το Δίστρατο και τη Βωβούσα. Το απόσπασμα Πίνδου, με διοικητή τον έφεδρο εκ’ μονίμων (ανακλήθηκε τον Αύγουστο του 1940 στην ενεργό υπηρεσία) Συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη, δεν μπόρεσε να κρατήσει τις επιθέσεις της μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια». Την 1η Νοεμβρίου είχε την ατυχία να τραυματιστεί σοβαρά και να αποχωρήσει. Την διοίκηση του αποσπάσματος Πίνδου ανέλαβε ο επίσης πανάξιος ηγήτορας, Ταγματάρχης Ιωάννης Καραβίας.

ΑΝΕΥ ΙΔΕΑΣ ΑΠΟΧΩΡΗΣΕΩΣ

Στις 30 Οκτωβρίου το Γενικό Στρατηγείο, με προσωπική διαταγή προς τον διοικητή της VIII Μεραρχίας, του επισημαίνει τα ακόλουθα:

«Να έχετε πάντοτε υπόψη σας ότι η αποστολή της Μεραρχίας είναι η κάλυψη του θεάτρου της Δυτικής Μακεδονίας από την γενική κατεύθυνση Ιωάννινα – Ζυγός και η απόφραξη των δρομολογίων από την Ήπειρο προς Αιτωλοακαρνανία (…)

Προσπάθειές σας για την διεκδίκηση εθνικού εδάφους στην Ήπειρο δεν πρέπει να σας οδηγήσουν στην φθορά των μέσων, έτσι ώστε να κάνουν προβληματική εκπλήρωση της πιο πάνω αποστολής».

Ο Διοικητής της Μεραρχίας, αφού ανακοίνωσε την διαταγή του Γεν. Στρατηγείου στους διοικητές των τομέων Νεγράδων και Καλαμά, με έγγραφη απόρρητη διαταγή τους έκανε γνωστό ότι εξακολουθεί να εμμένει στην απόφασή του ν’ αντιτάξει σταθερή άμυνα στην οργανωμένη τοποθεσία της Ελαίας άνευ ιδέας υποχωρήσεως. Για την αντιμετώπιση της απειλής από τις ορεινές διαβάσεις του όρους Σμόλικα έδωσε εντολή αναδίπλωσης στον υποτομέα του Αώου και στο απόσπασμα Μετσόβου, το οποίο είχε διατεθεί στη Μεραρχία από την 31η Αυγούστου. Σ’ αυτές τις κρίσιμες ώρες της μάχης, ο Υποστράτηγος Κατσιμήτρος ηγέτης αλλά και οικογενειάρχης, νηφάλιος και ατάραχος, γράφει στην αγαπημένη σύζυγό του, μέσα από το αμπρί του, που είναι κοντά στο Καλπάκι.

Τ.Τ. 712 τη 30η Οκτωβρίου 1940

«Αγαπημένη μου Ελένη,

Μην ανησυχής, καλά πάνε τα πράγματα. Το σχέδιόν μου εφαρμόζεται όπως έχει καθορισθή εκ’ των προτέρων, μην πιστεύης καμμίαν διάδοσιν, γιατί όλα είναι φήμαι αδέσποτοι.

Κρατάμε καλά και εντός ολίγου θα τους κανονίσωμε όπως χρειάζεται. Εξαιρετική είναι η δράσις του πυροβολικού μας το οποίον έχει καταστρέψει αρκετά άρματα μάχης του εχθρού και το βαρύ πυροβολικό του το εσίγησε.

Σε ασπάζομαι,

Χαράλαμπος»

Διαπίστωση, από τις λίγες αυτές γραμμές, είναι η ακλόνητη εμμονή του στην αρχική του απόφαση. (Το απόσπασμα της επιστολής είναι ευγενική προσφορά του γιού του στρατηγού, υποστράτηγου ε.α. Γεωργίου Κατσιμήτρου).

Πρέπει να επισημανθεί η συμβολή, σε αυτό το απίστευτο κατόρθωμα, μιας χούφτας Ελλήνων, του διοικητή της I Μεραρχίας τότε Υποστράτηγου Βασίλειου Βραχνού. Στις 30 Οκτωβρίου, στις κρίσιμες ώρες της μάχης της Πίνδου, πήγε ο ίδιος με μέρος του επιτελείου του στο Επταχώριο και ανέλαβε τη διοίκηση όλων των μονάδων στον τομέα εκείνο.

Ο διοικητής των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία, στρατηγός Βισκόντι Πράσκα, είχε διαβεβαιώσει τον Μουσολίνι στις 15 Οκτωβρίου 1940, ημέρα απόφασης της ιταλικής κυβέρνησης για την επίθεση κατά της Ελλάδας, ότι η ιταλική επίθεση θα δώσει την εντύπωση μιας συντριπτικής θυέλλης.

Δύο μεραρχίες, η Μεραρχία «Κενταύρων» και η Μεραρχία «Φεράρα», με την υποστήριξη της αεροπορίας και τον καταιγισμό πυρών πυροβολικού, που αργότερα ενισχύθηκαν από τρεις ακόμη επίλεκτες μονάδες, επί 12 ημέρες δεν θα μπορέσουν να διαρρήξουν την τοποθεσία Ελαίας. Θα δουν τα άρματά τους κατεστραμένα και γκρεμισμένα σε παγίδες της αντιαρματικής οργάνωσης που φωτογραφίζει το ελληνικό δαιμόνιο. Παρουσιάζεται για πρώτη φορά στη στρατιωτική ιστορία το φαινόμενο, μόνο το πυροβολικό να τρέπει σε φυγή μονάδες αρμάτων και πεζικού σε βάθος 20 χιλιομέτρων. Κάποια διείσδυση των Ιταλών στον τομέα της Θεσπρωτίας θ’ ανακοπεί στον ποταμό Αχέροντα. Η 13η Νοεμβρίου βρίσκει τις ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο και στην Πίνδο να έχουν καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του εθνικού μας εδάφους. Στην ΒΔ Μακεδονία να βρίσκονται μέσα στο αλβανικό έδαφος (Βορείου Ηπείρου), έτοιμες να καταλάβουν τον ορεινό όγκο της Μόροβας και τον κόμβο των συγκοινωνιών της Κορυτσάς.

Το ηθικό των ελληνικών δυνάμεων έχει ανέβει κατακόρυφα. Αντίθετα, το προσωπικό των ιταλικών μονάδων βρίσκεται ψυχικά σε απελπιστική κατάσταση. Ο δε αλαζόνας Στρατηγός Πράσκα αντικαταστάθηκε ως ανίκανος από τον Στρατηγό Σοντού, που και εκείνος αργότερα αντικαταστάθηκε με το ίδιο αιτιολογικό.

Στην ίδια περίοδο επιστρατεύθηκαν, για το θέατρο επιχειρήσεων της Αλβανίας, 11 μεραρχίες και 2 ταξιαρχίες πεζικού, 1 μεραρχία και 1 ταξιαρχία ιππικού. Συνολική δύναμη μαζί με τις μη μεραρχιακές μονάδες 232.000 άνδρες, 556 πυροβόλα και 100.000 κτήνη περίπου. Το σύνολο των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία, με την άφιξη νέων ενισχύσεων, ήταν 2 στρατιές, 240.000 – 250.000 άνδρες περίπου.

Από αυτή τη στιγμή το άστρο της νίκης φωτίζει τα ελληνικά όπλα και ο απόηχος του έπους συγκλονίζει τον τότε φοβισμένο κόσμο μας.


ΠΗΓΗ: "Ιστορία Εικονογραφημένη", Τεύχος: 352, Οκτώβριος 1997

Copyright by: Dilaz®